decrease font size Επαναφορά γραμματοσειράς increase font size
Αρχική Σελίδα elen

"Αβεβαιότητα και νομισματική πολιτική" - Άρθο του Εμμ. Βλαχογιάννη, Α΄Αντιπροέδρου ΕΒΕΘ

11/05/20 11:27

 

Μπορεί να προβλέψει κανείς με σχετική αξιοπιστία το μέγεθος και τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης που εκτυλίσσεται ως επακόλουθο της πανδημίας του κορωνοϊού; Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς - και αυτό το οφείλουμε, αντλώντας τα σχετικά διδάγματα από τον τρόπο προσέγγισης του υγειονομικού προβλήματος από τους αρμόδιους επιστήμονες – πρέπει η απάντηση που θα δώσουμε να είναι αρνητική. Άλλωστε το εύρος των εκτιμήσεων για την ύφεση που αναμένεται ή ορθότερα που είναι ήδη παρούσα για το έτος 2020 τόσο για την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και για την Ελλάδα ειδικότερα, όπως και αντίστοιχα το εύρος των εκτιμήσεων για την πιθανολογούμενη ανάκαμψη του 2021, κυμαίνεται τόσο πολύ, ώστε να μοιάζει καθαρά με στοιχηματισμό ή ακόμη καλύτερα με τη γνωστή αποστροφή του Keynes για τους διαγωνισμούς καλλιστείων.

Η αβεβαιότητα σκεπάζει τα πάντα και είναι το αποτέλεσμα της συνδυαστικής δράσης τουλάχιστον δύο παραγόντων. Πρώτον, υπάρχει ελλιπής προτεραία γνώση για το είδος και την έκταση των δευτερογενών επιπτώσεων μιας παρατεταμένης αναστολής των λειτουργιών της αγοράς κατά το τρέχον και επόμενο χρονικό διάστημα. Στην ουσία μπορούμε μόνο να μαντέψουμε και όχι να προβλέψουμε με κάποια σχετική ακρίβεια. Όσοι προσπαθούν να τις απεικονίσουνε με γραμμικά υποδείγματα, στηριζόμενα σε ανάλυση εισροών – εκροών του τύπου Leontief ή σε πολυτομεακούς πολλαπλασιαστές του τύπου Sraffa, φοβάμαι ότι θα βρεθούν προ δυσάρεστων εκπλήξεων, όσον αφορά την ευρωστία των σχετικών υποδειγμάτων. Η σχετική εμπειρία που αποκομίστηκε κατά την κορύφωση της κρίσης στην τριετία 2011-2013 και που καταγράφεται ως «εσφαλμένος υπολογισμός των πολλαπλασιαστών» οφείλει να έχει κινητοποιήσει την οικονομική σκέψη, κατά πόσο είναι εύλογο σε περιόδους απότομων διακυμάνσεων να υπονοείται μία σταθερότητα των υποκείμενων συντελεστών και ιδιαίτερα αυτών που σχετίζονται με την συμπεριφορά των οικονομικών δρώντων, όταν μάλιστα υπεισέρχεται και ο παράγοντας συσσωρευμένου χρέους.

Δεύτερον, η πανδημία βρίσκεται σε εξέλιξη, αν και σε ανάσχεση, παρακολουθείται και αναλύεται, αλλά όπως προειδοποιούν οι λοιμωξιολόγοι, ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος υποτροπής και αναζωπύρωσης, αν δεν τηρηθούν οι αναγκαίες προφυλάξεις. Εκ των πραγμάτων, η μετάβαση σε μία νέα κανονικότητα θα είναι σταδιακή, μακρά, επίπονη και ενδεχομένως επώδυνη μέχρι να τιθασευθεί το υγειονομικό πρόβλημα. Όπως περιγράφεται σε επιστημονικά περιοδικά η ενδεδειγμένη στρατηγική είναι του τύπου «trial and error», που υποτιμητικά μεταφράζεται στα ελληνικά ως «βλέποντας και κάνοντας». Η εξέλιξη κρίσιμων επιδημιολογικών παραμέτρων με δείκτες που μετρώνται καθημερινά θα βαρύνει αποφασιστικά στις αποφάσεις για την διατήρηση του χρονοδιαγράμματος άρσης των περιορισμών ή στην αναθεώρησή του. Είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό και ασφαλώς επαινετέο, ότι οι συντάκτες του ελληνικού σχεδίου εξόδου, ενστερνίζονται απόλυτα τη στρατηγική αυτή αντίληψη, που απεικονίζει πλήρως τη φιλοσοφία της σταδιακής ψηλάφησης. Όμως αυτές οι συνθήκες επιδεινώνουν το πρόβλημα της προβλεψιμότητας της συμπεριφοράς των οικονομικών δρώντων, κάνοντας ακόμη πιο σύνθετο το πρόβλημα της σταθερότητας των υποκείμενων συντελεστών.

Πως έμαθε να αντιδρά το ανθρώπινο είδος σε συνθήκες υπαρξιακού κινδύνου και αβεβαιότητας; Η πιο απλή αντίδραση είναι να ψάξει για καταφύγια. Αυτό είναι ένα βαθιά ριζωμένο συναίσθημα που καθόρισε την εξελικτική βιολογική και κοινωνική πορεία του ανθρώπινου είδους. Αυτή η αντίδραση θα επηρεάζει τη στάση των οικονομικών δρώντων στα χρόνια που έρχονται. Η αγορά, ως μηχανισμός οικονομικής και κοινωνικής ανάδρασης, γίνεται πιο μυωπική, με την έννοια ότι η ισχυρή αβεβαιότητα παρωθεί τους οικονομικούς δρώντες σε πιο βραχυχρόνιες δράσεις, και ταυτόχρονα, πιο φοβική απέναντι στο οποιοδήποτε ρίσκο. Αν ψάξει να βρει κανείς αναλογίες σε προηγούμενα υποδείγματα γνωστές στην οικονομική σκέψη μπορεί να ανατρέξει στον αμερικανό οικονομολόγο Hyman Minsky. Ο κλονισμός της εμπιστοσύνης που προκαλείται από μια απότομη διακοπή μιας σειράς θετικών αναδράσεων στις χρηματοπιστωτικές αγορές, επιφέρει την ταχεία κατάρρευσή τους και συνακόλουθα σοβαρή κρίση στην πραγματική οικονομία. Πιο επιβαρυντικό για την περίπτωση της τρέχουσας πανδημίας είναι το στοιχείο της μακρύτερης διάρκειας στο χρόνο και της καθολικότερης στο χώρο εμφάνισης των φαινομένων που προσιδιάζουν στο χαρακτηρισμό ως στιγμών Minsky.

Ποιο γνωρίζουμε για καταφύγιο σε περιόδους οικονομικής αβεβαιότητας; Η απάντηση είναι απλή: το χρήμα και γενικότερα τα ταχέως ρευστοποιήσιμα στοιχεία, ανάλογα με τις συνθήκες που προσδιορίζουν τις πηγές της οικονομικής αβεβαιότητας. Έτσι για παράδειγμα σε ένα νομισματικό πληθωρισμό, το καταφύγιο είναι ο χρυσός, ή/και το ξένο συνάλλαγμα. Όταν η αβεβαιότητα αφορά στην κτήση και στη διάθεση μελλοντικών εισοδηματικών ροών, τότε η τάση των οικονομικών δρώντων να διακρατούν ρευστότητα, να προχωρούν δηλαδή σε αποθησαυρισμό, ενισχύεται με την επιδίωξη αναστολής υποχρεώσεων και αν αυτό δεν είναι δυνατόν με τον περιορισμό της δαπάνης τους.

Πως αναπαρίσταται η τάση αυτή στις μακροοικονομικές παραμέτρους; Θεωρώ ως απλούστερο υπόδειγμα αυτό της λεγόμενης ποσοτικής εξίσωσης – Νομισματική Ποσότητα επί Ταχύτητα Κυκλοφορίας ίσον Επίπεδο Τιμών επί Επίπεδο Παραγωγής – και εκτιμώ ότι η ταχύτητα κυκλοφορίας μειώνεται αισθητά και ότι εκ του λόγου αυτού ασκούνται πιέσεις και στις τιμές και στην παραγωγή. Στην περίπτωση αυτή δεν ισχύει το μονεταριστικό επιχείρημα της σταθερότητας της ταχύτητας κυκλοφορίας και κατά συνέπεια μια προσεκτική επέκταση της νομισματικής ποσότητας δε θα επέφερε σοβαρές πληθωριστικές επιπτώσεις και θα συγκρατούσε μάλλον τα επίπεδα τιμών και παραγωγής. Θεωρώ ότι μια επεκτατική Νομισματική πολιτική οφείλει να είναι στοχευμένη στη διατήρηση της κατανάλωσης και να παρακολουθεί τη σταδιακή άρση των περιορισμών στη λειτουργία της αγοράς προς όλες τις κατευθύνσεις, γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η πηγή της αβεβαιότητας προέρχεται από περιορισμούς στην παραγωγή. Μία επεκτατική νομισματικής πολιτική αυτής της μορφής, μπορεί να περιλαμβάνει και αντισυμβατικά μέτρα – ήδη η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ επεξεργάζεται τέτοια – για να δημιουργηθεί η κατάλληλη ώθηση προς την πραγματική οικονομία. Η Τράπεζα εγκαινίασε μια σειρά από τέσσερις ριζοσπαστικές δράσεις που περιλαμβάνουν, τη πώληση δολλαρίων σε ξένες χώρες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, την αγορά χρέους από μεγάλες εταιρείες ύψους 750 δις, τον απευθείας δανεισμό μικρών επιχειρήσεων ύψους 600 δις και τη βοήθεια τοπικών κυβερνήσεων ύψους 500 δις.  Δεν ήταν άστοχο να ληφθούν μέτρα νομισματικής κυκλοφορίας, που αντλούν προτάσεις από τις ιδέες του Silvio Gesell, ενός ριζοσπάστη Γερμανοαργεντίνου επιχειρηματία και οικονομολόγου και μπορούν ευκολότερα να υλοποιηθούν με τη χρήση ψηφιακών εργαλείων. Όταν εύκολα μπορεί να βρεί κανείς το καταφύγιο, τότε μειώνεται η ψυχολογική επίπτωση της αβεβαιότητας.

Μπορεί η δημοσιονομική πολιτική να υποκαταστήσει στην παρούσα φάση τη νομισματική πολιτική; Θεωρώ πως τα περιθώρια είναι πιο στενά, επειδή γίνεται αισθητό το βάρος του δημόσιου χρέους, που εκ των πραγμάτων θέτει όρια στη δημιουργία δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Εξ άλλου μια χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής μπορεί σε συνθήκες μείωσης της ταχύτητας κυκλοφορίας να είναι αντιπαραγωγική, όπως μπορεί να υπονοεί η εμπειρία του 2009. Δεν πρέπει να καλλιεργούνται προσδοκίες ότι η δημοσιονομική πολιτική θα μπορεί να επεμβαίνει πάντα αποτελεσματικά για να αποκαθιστά το επίπεδο της κατανάλωσης.  Αντιθέτως αυτή οφείλει να στραφεί σταδιακά από την αναγκαία σε πρώτη φάση επιδοματική πολιτική, που στοχεύει στην ανάσχεση της επιδείνωσης, σε αναπτυξιακή, που είναι προσανατολισμένη σε πιο μακροπρόθεσμη πολιτική υποδομών ακόμα και με την ενεργοποίηση των ΣΔΙΤ. Η πανδημία και οι συνέπειες της αναδεικνύουν προβλήματα που μπορούν και πρέπει να αντιμετωπισθούν με αντίστοιχες επενδύσεις και είναι η κατάλληλη στιγμή να δρομολογηθούν.

Είναι γεγονός ότι η ευθύνη για τη χάραξη της νομισματικής πολιτικής βρίσκεται στα χέρια της ΕΚΤ. Αντλώ σχετική αισιοδοξία από την τοποθέτηση της ΕΚΤ, ότι θα πράξει ότι είναι αναγκαίο για τη στήριξη της Ευρωπαϊκής Οικονομίας. Ήδη με τις πρόσφατες αποφάσεις για τους στόχους πολιτικής, που ελήφθησαν στις 30 Απριλίου, αναγνωρίζει τη σημασία να διατηρηθεί εφικτός ο δανεισμός, να υποστηριχθεί η πρόσβαση σε αυτόν, για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά και να διασφαλισθεί ότι, τυχόν βραχυπρόθεσμες επιφυλάξεις δεν θα παρεμποδίσουν το δανεισμό. Τούτο όμως δε σημαίνει ότι στις συνθήκες πυκνού νέφους που χαρακτηρίζουν την κατάσταση στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυτή τη περίοδο είναι πάντα εύκολο να διακρίνει κανείς, ποιο είναι το αναγκαίο. Θεωρώ ότι ακόμη και στο πλαίσιο της λειτουργίας της Νομισματικής Ένωσης πρέπει ειδικά στην παρουσία συγκυρία να χορηγηθεί σχετική ευελιξία στις εθνικές κεντρικές τράπεζες κατά την εξειδίκευση της νομισματικής πολιτικής με συγκεκριμένα μέτρα.

Τέλος είναι κρίσιμο να γίνει αντιληπτό ότι όταν αρχίσει η ανάκαμψη της ενεργούς ζήτησης και στο σύνολό της αλλά και κατά τομέα, θα πρέπει να υφίστανται εν ζωή οι επιχειρήσεις και να μην έχει απαξιωθεί ή καταστραφεί το επενδεδυμένο κεφάλαιο. Όπως σήμερα καταβάλλεται συντονισμένα κάθε δυνατή προσπάθεια ανάσχεσης της επέκτασης της πανδημίας, έτσι στη συνέχεια θα πρέπει να καταβληθεί συντονισμένα κάθε δυνατή προσπάθεια ανάσχεσης της επιδημίας πτωχεύσεων. Για το λόγο αυτό επιβάλλεται η προστασία των πάγιων περιουσιακών στοιχείων των επιχειρήσεων και των ιδιωτών, όπου θα βρεθούν να εκτίθενται στη μυωπική αντίδραση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ιδιαίτερα δε αν δεν θεωρείται ότι έχει ληφθεί πρόνοια για επαρκή νομισματική χαλάρωση. Ιδιαίτερα κρίσιμοι κλάδοι της ελληνικής οικονομίας, όπως ο τουρισμός και τα συναφή προς αυτόν επαγγέλματα, το λιανικό εμπόριο, οι μεταφορές, η ναυτιλία, θα κινδυνεύσουν να βρεθούν στο μάτι του κυκλώνα με επικρεμάμενη τη δαμόκλεια σπάθη ενός ντόμινο πτωχεύσεων. Ο Υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης του 1930, Andrew Mellon, έγινε γνωστός με την προτροπή του «ρευστοποιήστε τα πάντα», που κατέληξε σε εμβάθυνση, επέκταση και ενίσχυση της κρίσης. Ως εκ τούτου, επιβάλλεται η αναστολή για δύο τουλάχιστον έτη των πάσης φύσης εκτελέσεων απαιτήσεων σε βάρος περιουσιακών στοιχείων με τη μορφή των πλειστηριασμών, που το μόνο που θα καταφέρουν θα είναι να καταστήσουν μια ήδη ρηχή αγορά, ακόμα πιο ρηχή και θα επιταχύνουν την απαξίωση και την καταστροφή.

Το οικονομικό περιβάλλον, όπως διαμορφώνεται είναι γεμάτο σκοπέλους και υφάλους. Δεν πρέπει να γίνουν παγίδες στην πορεία του καραβιού της ελληνικής οικονομίας, στο οποίο όλοι επιβαίνουμε.

Πίσω