decrease font size Επαναφορά γραμματοσειράς increase font size
Αρχική Σελίδα elen

Άρθρο του Α’ Αντιπροέδρου του ΕΒΕΘ Εμμανουήλ Βλαχογιάννη "Αναταξιμότητα: Το ζητούμενο για την ελληνική οικονομία"

01/06/20 11:29

Με τον όρο αστική ανθεκτικότητα το κοινό της Θεσσαλονίκης είναι μερικά εξοικειωμένο από τότε που η πόλη μας εντάχθηκε με την εξαιρετική πρωτοβουλία του τότε αντιδημάρχου Σπύρου Πέγκα στο δίκτυο των ανθεκτικών πόλεων. Ο όρος αυτός αποδίδει στα ελληνικά μια κρίσιμη έννοια -resilience- που περιγράφει την ικανότητα ενός συστήματος να επανέρχεται μετά από ένα κλιμακούμενο κλονισμό. Θα ήταν ορθότερα να αποδοθεί ως αναταξιμότητα, γιατί η έμφαση δίδεται στη διαδικασία ανάκαμψης και όπως θα δούμε παρακάτω τα χαρακτηριστικά της διαδικασίας αυτής είναι κρίσιμα για την επάνοδο η καλύτερα μετάβαση του συστήματος σε μία κατάσταση αποτελεσματικής λειτουργίας. Η αναταξιμότητα δεν απασχολεί μόνο την οικολογία, αλλά ολοένα και περισσότερο την οικονομική επιστήμη, στην αναζήτηση της για μεθοδολογίες που μπορούν να συνδράμουν στην ακριβέστερη απεικόνιση ενός πολύπλοκου δυναμικού συστήματος, όπως είναι η σύγχρονη οικονομία.

Οι οικονομικοί επιστήμονες που αποδέχονται ως γενικό πλαίσιο τις δομικές αρχές της αναταξιμότητας προχωρούν και στην υιοθέτηση των διακρίσεων ανάμεσα σε μηχανική, οικολογική και προσαρμοστική αναταξιμότητα. Η μηχανική αναταξιμότητα χαρακτηρίζει ένα σύστημα που έχει καλή απόδοση να αντέχει τον κλονισμό και να επιστρέφει σε μία κανονική κατάσταση όταν εξαφανίζεται ο κλονισμός. Με τη χρήση του όρου ανθεκτικότητα, όπως περιοριστικά έχει καθιερωθεί στα ελληνικά, περιγράφεται ακριβώς αυτού του είδους η αναταξιμότητα. Η οικολογική αναταξιμότητα εστιάζει στην επίμονη παραμονή των δομών ανάδρασης και λειτουργίας τους και επικεντρώνει στην διατήρηση των ποιοτικών ιδιοτήτων. Τέλος, η προσαρμοστική αναταξιμότητα αφορά και αυτή την επίμονη παραμονή των λειτουργιών, αλλά δέχεται ευρεία αναδιοργάνωση, ακόμη και αλλαγές στη δομή των αναδράσεων και δημιουργία νέων διαδικασιών.

Αν δεχθούμε ως διαδικασία μόνο τη μηχανική αναταξιμότητα ως χαρακτηρίζουσα μια οικονομία, τότε στην ουσία ενστερνιζόμαστε τη θεωρία του ελατηρίου, με την οποία η οικονομία επανέρχεται με κάποια χρονική καθυστέρηση στην αρχική της τροχιά, μόλις εξαφανιστεί ο κλονισμός. Η οικονομία περιγράφεται ως ένα σύστημα σε ισορροπία, όπως το συνέλαβε ο Walras, στο οποίο επανέρχεται ταχύτατα μετά το αρχικό σοκ, δίχως να χρειασθούν παρεμβάσεις. Λίγες είναι οι ενδείξεις ότι στο πραγματικό κόσμο η οικονομία συμπεριφέρεται έτσι. Εάν ο κλονισμός είναι ασθενής σε ένταση, τοπικά ή χρονικά περιορισμένος -ένας ανεμοστρόβιλος π.χ. που προξενεί τοπικά ζημιές μικρού μεγέθους- το υπόδειγμα του ελατηρίου προσεγγίζει αρκετά καλά τη λειτουργία της οικονομίας. Αλλά τέτοιου είδους ασθενείς κλονισμοί, αν και συχνοί τόσο τοπικά ή χρονικά περιορισμένοι, δεν αποτελούν αντικείμενο έρευνας ως προς τις οικονομικές επιπτώσεις ούτε και απασχολούν συστηματικά την οικονομική πολιτική. Οι πληγές επουλώνονται…

Όταν μιλάμε για οικολογική αναταξιμότητα, μπορούμε να δεχθούμε ότι τα οικοσυστήματα οικονομικών δρώντων -επιχειρήσεων, νοικοκυριών, χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, κράτους- δέχονται τον κλονισμό, αλλά αυτός δεν οδηγεί σε ουσιαστική μεταβολή των δομών. Οι διακυμάνσεις της οικονομικής δραστηριότητας δεν ενδιαφέρουν, στο βαθμό που διατηρούνται οι διαδικασίες που υποστηρίζουν τις πιο σημαντικές ποιοτικές ιδιότητες. Η μελέτη των υποκείμενων δυναμικών συστημάτων μπορεί να αποκαλύψει πολλαπλούς ελκυστές, διαφορετικά μεγέθη λεκανών, για να χρησιμοποιήσουμε μια πιο τεχνική γλώσσα, αυτή της δυναμικής ανάλυσης των συστημάτων, που με τη χρήση των εργαλείων της προσομοίωσης και την ισχυρή υπολογιστική δύναμη σύγχρονων υπολογιστών μπορεί να δώσει ταχύτερα κατάλληλες υποθέσεις εργασίας.

Από τις σχετικές μελέτες που διαρκώς πολλαπλασιάζονται μπορεί να θεμελιωθεί το συμπέρασμα ότι η ένταση του κλονισμού επηρεάζει σαφώς την πιθανότητα μετάβασης από τον αρχικό ελκυστή, που θα επανέφερε την οικονομία στην αρχική της τροχιά, σε έναν άλλο που θα οδηγούσε σε μία διαφορετική τροχιά, πιθανότατα λιγότερο επιθυμητή ως προς τα οικονομικά της αποτελέσματα (ρυθμός μεγέθυνσης, ανεργία, πληθωρισμός).

Το θεωρητικό οικοδόμημα του Keynes μπορεί να θεμελιωθεί και με βάση τις αρχές της οικολογικής αναταξιμότητας, αφού γίνεται δεκτή η ύπαρξη πολλαπλών τοπικών σημείων ισορροπίας, ιδιαίτερα κάτω από συνθήκες ριζικής αβεβαιότητας. Χρησιμοποιώντας μία πιο εύληπτη γλώσσα, ακόμη και μία οικονομία με χαρακτηριστικά καλής μηχανικής αναταξιμότητας, που επανέρχεται δηλαδή σχεδόν αυτόματα σε μία ενάρετη τροχιά, όταν δέχεται ασθενείς κλονισμούς, μπορεί απέναντι σε έναν ισχυρότερο κλονισμό, να συμπεριφερθεί κατά έναν αισθητά διάφορο τρόπο και να ολισθήσει σε μία τροχιά που δεν θα είναι επιθυμητή. Εδώ τίθεται η πρώτη πρόκληση για την εφαρμοστέα οικονομική πολιτική, που πρέπει ιδανικά να ανιχνεύσει το πεδίο και να εφαρμόσει κατάλληλα μέτρα επαναφοράς ή και βελτίωσης.

Οι οικονομικά δρώντες μαθαίνουν και προσαρμόζουν τις συμπεριφορές τους ανάλογα με το περιβάλλον. Στη στρυφνή γλώσσα των δυναμικών συστημάτων αυτό καταγράφεται με την παρατήρηση ότι κάποιες παράμετροι δεν παραμένουν σταθερές, αλλά επηρεάζονται συστηματικά από άλλες ενδογενείς μεταβλητές και εξωγενή ερεθίσματα. Η ένταση του αρχικού κλονισμού είναι τόσο ισχυρή ώστε το σύστημα να οδηγηθεί σε αναδιοργάνωση (π.χ. του πληθυσμού των επιχειρήσεων, που κατά ομάδες και τομείς έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά, συνήθως με τη διαδικασία των πτωχεύσεων).

Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι καταστροφικό οδηγώντας σε κατάρρευση δομών (π.χ. του τουριστικού τομέα ή του στάσιμου λιανικού εμπορίου) με συνεπαγόμενες αλλοιώσεις στην υποκείμενη τροχιά (χαμένη δεκαετία, εικοσαετία ή και παραπάνω). Η διαχείριση αυτού του εκρηκτικού μείγματος, που αναπόφευκτα οδηγεί και σε κοινωνική αποσάθρωση, συνιστά μία ακόμη μεγαλύτερη πρόκληση για την εφαρμοστέα οικονομική πολιτική. Θεωρητικά ένας υψηλός δείκτης προσαρμοστικής αναταξιμότητας, όπως και να μπορούσε να αποτυπωθεί αυτός, θα είχε διαφορετικά αποτελέσματα, επιταχύνοντας τη βελτίωση των οικονομικών μεγεθών.

Για να μπορέσουμε να είμαστε σχετικά πιο σίγουροι για το εάν η ελληνική οικονομία κουβαλά μαζί της τον κατάλληλο υψηλό δείκτη, θα έπρεπε να κάναμε πολύ ηρωικές παραδοχές και να είχαμε σαφέστερη γνώση των δυναμικών που αναπτύσσονται στον επιχειρηματικό ιστό της χώρας, στον ιστό των νοικοκυριών και των κρατικών φορέων. Θα έπρεπε π.χ. να υποθέσουμε μια εξαιρετική υψηλή υποκαταστασιμότητα των συντελεστών παραγωγής, μια εξαιρετική υψηλή παραγωγικότητα στην παραγωγή και διάδοση της γνώσης, μια εξαιρετική ευρωστία του χρηματοπιστωτικού συστήματος, μια ευνοϊκή δημογραφική εξέλιξη που δεν θα δημιουργούσε πρόσθετα βάρη στην οικονομία, ένα ευέλικτο φορολογικό σύστημα μια υψηλή παραγωγικότητα του δημοσίου τομέα και ορθή επικέντρωση των δαπανών. Είναι μάλλον απίθανο να έχουμε ήδη επιτύχει τέτοιες επιδόσεις και να μην το έχουμε αντιληφθεί…

Γιατί χρησιμοποίησα αυτή τη στρυφνή και δυσνόητη γλώσσα και ορολογία έχοντας κατά νου να δείξω τους κινδύνους που ελλοχεύουν για την Ελληνική οικονομία από την ασυνήθιστα μεγάλη ένταση του κλονισμού που επέφερε η πανδημία του κορονοϊού.

Πρώτον, γιατί παρόλο που δεν υποτιμάται το πρόβλημα, εντούτοις για την επαρκέστερη αντιμετώπιση του πρέπει να γίνει εφαρμογή πιο σύγχρονων προσεγγίσεων με χρήση των κατάλληλων πρόσφατων εργαλείων.

Δεύτερο, γιατί πρέπει να γίνει σαφές ότι οι δομές και οι δυναμικές της Ελληνικής οικονομίας δεν πρέπει να χαρακτηρίζονται ως ευνοϊκές για μία ικανοποιητική ανάπτυξη.

Τρίτον, γιατί για το 2020 τουλάχιστον πρέπει η εφαρμοστέα οικονομική πολιτική να στοχεύει στην ανάσχεση του σοκ, υπακούοντας στην ίδια φιλοσοφία που εφαρμόζεται στην ανάσχεση της υγειονομικής κρίσης.

Τέταρτον, γιατί θεωρώ ότι οι δομές και οι δυναμικές στην ελληνική οικονομία πρέπει να προσανατολισθούν προς ένα καθεστώς υψηλότερης προσαρμοστικής αναταξιμότητας, και ως εκ τούτου μια διαρθρωτική οικονομική πολιτική αυτόν τον στόχο πρέπει να υπηρετήσει.

Πέμπτον, γιατί ο μακροχρόνιος στόχος της αναδιάρθρωσης πιθανότατα να παρεμποδιστεί αισθητά από μια επιμονή βραχυπρόθεσμη καχεξία.

Έκτον, για να ενώσω τη φωνή μου με αυτούς που απ' όλες τις πλευρές υποδεικνύουν τις δυσμενείς κοινωνικές επιπτώσεις, ιδιαίτερα μετά τη σοβαρή οικονομική κρίση που διήλθε η χώρα κατά την τελευταία δεκαετία και που άφησε όχι πληγές που απλά επουλώνονται, αλλά βαθιά τραύματα που επιμένουν και χρειάζονται διαρκή παρακολούθηση και θεραπεία...

 

                                                                        

Πίσω